Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ / ARCHIMEDES


Website counter



Ένα ταξίδι στον κόσμο του Αρχιμήδη με τους μαθητές
του Γ1 του Διαπολιτισμικού Γυμνασίου Ευόσμου





Με αφορμή
ένα απόσπασμα
του Πλούταρχου
(Αρχαία Ελληνικά
Γ΄ Γυμνασίου)








Καὶ μέντοι καὶ Ἀρχιμήδης […] εἶπεν ὡς εἰ γῆν εἶχεν ἑτέραν, ἐκίνησεν ἂν ταύτην μεταβὰς εἰς ἐκείνην.











"[...] είπε, ότι αν είχε μιαν άλλη γη, θα μετακινούσε αυτή τη γη, αφού πήγαινε σε κείνη."

ὁλκάδα τριάρμενον τῶν βασιλικῶν πόνῳ μεγάλῳ καὶ χειρὶ πολλῇ νεωλκηθεῖσαν, ἐμβαλὼν ἀνθρώπους τε πολλοὺς καὶ τὸν συνήθη φόρτον, αὐτὸς ἄπωθεν καθήμενος, οὐ μετὰ σπουδῆς ἀλλ' ἠρέμα τῇ χειρὶ σείων ἀρχήν τινα πολυσπάστου, προσηγάγετο, λείως καὶ ἀπταίστως, ὥσπερ διὰ θαλάσσης ἐπιθέουσαν."
Πλούταρχος, Μάρκελλος, 14.12-15


Ο Ντον Οττάβιο άρχισε πάλι να απαγγέλει:
"Ο Αρχιμήδης, καθισμένος σε απόσταση, έχει μπροστά του ένα χειριστήριο που αποτελείται από πολλές συνδεδεμένες τροχαλίες. Χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, μετακινώντας με το χέρι του ένα μοχλό, κατορθώνει να τραβά προς το μέρος του μια ολόκληρη γαλέρα που γλιστρά ανάλαφρα και απαλά σαν να σκίζει τα νερά."

Από το μαθηματικό μυθιστόρημα
Το θεώρημα του παπαγάλου,
του Ντενί Γκενζ (1998)




Αρχιμήδης (287 - 212 π.Χ.)

Βιογραφία

Ο Αρχιμήδης (287 π.Χ. - 212 π.Χ.) ήταν ένας από τους μεγάλους μαθηματικούς, μηχανικούς και φυσικούς του αρχαίου ελληνικού κόσμου.






«Αρχιμήδης» του
Domenico Fetti
(1620)








Γεννήθηκε, έζησε και πέθανε στις Συρακούσες, τη μεγάλη ελληνική αποικία της Σικελίας. Ο Αρχιμήδης καταγόταν από αρκετά εύπορη οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο αστρονόμος Φειδίας, που είχε δεσμούς με το βασιλικό γένος των Συρακουσών. Ο Αρχιμήδης ταξίδεψε στην Αίγυπτο και ήρθε σε



Οι
ελληνικές
αποικίες
στη
Σικελία
(βλ.
εικόνα)





επαφή με τους διαδόχους του Ευκλείδη, τον Ερατοσθένη και τον Δοσίθεο, ενώ ήταν φίλος και συμμαθητής του Κόνωνα του Σάμιου.

Το έργο του Αρχιμήδη υπήρξε τεράστιο, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά και η ερευνητική του ματιά κάλυψε πολλούς τομείς: γεωμετρία, οπτική (κατοπτρική), υδραυλική, μηχανική, αρχιτεκτονική και πολιορκητική.
Συνέδεσε το όνομά του με το όνομα του με τη γένεση της μηχανικής στην αρχαία Ελλάδα και με τη λύση περίφημων μαθηματικών προβλημάτων , καθώς και με τις αμυντικές εφευρέσεις του, που χρησιμοποιήθηκαν όταν οι Ρωμαίοι πολιορκούσαν την πατρίδα του, τις Συρακούσες.

Σύμφωνα με την παράδοση, όταν η πόλη, μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων χάρη στις πολεμικές μηχανές του Αρχιμήδη, κατελήφθη με προδοσία, ένας Ρωμαίος στρατιώτης σκότωσε τον Έλληνα επιστή-μονα, ενώ αυτός σχεδίαζε στο χώμα κύκλους, προσηλω-μένος σε κάποιο γεωμετρικό πρόβλημα. "Μη μου τους κύκλους τάραττε", πρόλαβε να πει στον στρατιώτη ο Έλληνας επιστήμονας.
Κατά μία άλλη εκδοχή, όταν ο Αρχιμήδης είδε τον Ρωμαίο στρατιώτη έτοιμο να του επιτεθεί, φώναξε: "Απόστηθι του διαγράμματός μου" (= Μη μου πειράξεις το σχήμα!).

Το 75 π.Χ. ο ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας, όταν ανέλαβε την οικονομική διοίκηση της Σικελίας, ανακάλυψε κοντά στην Ακραγαντινή Πύλη, τον τάφο του Αρχιμήδη, σκεπασμένο με αγριο-λούλουδα και αγκάθια. Τότε ο μεγάλος ρήτορας, αφού διέταξε να ανοικοδομήσουν το μνήμα του μεγάλου μαθηματικού, έγραψε με πίκρα αλλά και υπερηφάνεια: "Αυτή η περιώνυμη πόλη της Ελλάδας θα είχε λησμονήσει τον τάφο του μεγαλοφυιούς τέκνου της, αν δεν τον είχε ανακαλύψει ένας άνθρωπος από το Αρπίνο." Πάνω στον τάφο στήθηκε μια σφαίρα μέσα σε κύλινδρο, σύμφωνα με παλαιά επιθυμία του Αρχιμήδη.

Πολλῶν δὲ καὶ καλῶν εὑρετὴς γεγονὼς λέγεται τῶν φίλων δεηθῆναι καὶ τῶν συγγενῶν ὅπως αὐτοῦ μετὰ τὴν τελευτὴν ἐπιστήσωσι τῷ τάφῳ τὸν περιλαμβάνοντα τὴν σφαῖραν ἐντὸς κύλινδρον , ἐπιγράψαντες τὸν λόγον τῆς ὑπεροχῆς τοῦ περιέχοντος στερεοῦ πρὸς τὸ περιεχόμενον.


Συγκέντρωση βιογραφικών πληροφοριών:
Νικολέτα Αλ Σαράχε & Θόδωρος Βαμβακίδης (Γ1)



Άγαλμα του Αρχιμήδη
του G. Thieme
σε πάρκο του
Βερολίνου




Οι μηχανές του Αρχιμήδη

"Κάτοπτρα"










Εύρεση υλικού:
Αφροδίτη Γούναρη (Γ1)


"Ατμοτηλεβόλο"

















Πολεμικό όπλο που εκτόξευε μπάλες βάρους ενός ταλάντου σε απόσταση 6 σταδίων Λειτουργούσε με την ατμοσυμπίεση. Είναι το πρώτο παγκοσμίως όπλο που λειτουργούσε με ατμό. Το εφεύρε ο Αρχιμήδης στη διάρκεια της πολιορκίας των Συρακουσών από τους Ρωμαίους (213-211 π.Χ). Με το όπλο ασχολήθηκε και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, που το ονόμασε αρχιτρόνιτο (από τις λέξεις Αρχι-μήδης και τρώννυμι).

Εύρεση υλικού:
Αλέξης Βούτας (Γ1)


Σκίτσα με στιγμιότυπα από τη ζωή του Αρχιμήδη






"Δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω"
[= Δος μου τόπο να σταθώ και θα κινήσω την γη]












"Εύρηκα!!! Εύρηκα!!!"












"Μη μου τους κύκλους τάραττε!"


Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2010

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ / DIONYSIOS SOLOMOS


Website counter







Διονύσιος Σολωμός
(1798-1857)


ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Διονύσιος Σολωμός (1798-9 Φεβρουαρίου 1857) ήταν Ζακυνθινός Έλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή τού ποιήματος "Ύμνος εις την Ελευθερίαν" το 1823, οι πρώτες δυο στροφές του οποίου έγιναν ο Ελληνικός εθνικός ύμνος. Κεντρικό πρόσωπο της "Επτανησιακής Σχολής", ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται εθνικός ποιητής της Ελλάδας όχι μόνον γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (Κρητική Λογοτεχνία, Δημοτικό Τραγούδι) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε τον δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία, αλλάζοντας ακόμη περισσότερο τη στάθμη της. Σύμφωνα με τις απόψεις του δημιουργούσε «από τον ρωμαντισμό μαζί με τον κλασικισμό ένα [...]είδος μιχτό, αλλά νόμιμο[...]».
Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο. Ο Κώστας Βάρναλης περιέγραψε εύστοχα την αποσπασματικότητα του σολωμικού έργου με τη φράση «...(Ο Σολωμός) πάντα τα έγραφε, αλλά ποτές του δεν τα έγραψε»

Οι βιογραφικες πληροφορίες προέρχονται από
την ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου) για τον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ


ΕΡΓΑ

Τα κείμενα (ποιήματα και πεζά του Σολωμού) που μπορείτε να βρείτε στους συνδέσμους των τίτλων προέρχονται από την ιστοσελίδα:
ΣΠΟΥΔΑΣΤΉΡΙΟ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
"Ανθολόγιο Λογοτεχνίας"


Ποιήματα
Ύμνος εις την ελευθερίαν (1823)
Ο Κρητικός (1833)
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1826-1844)
Ο Πόρφυρας (1849)

Πεζά
Ο Διάλογος (1822-1825)
Η Γυναίκα της Ζάκυνθος (1826-1829)






Ε. Delacroix,
"Η Ελλάδα στα
ερείπια του
Μεσολογγίου"
(1826)






----------------------------------------------------------
ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
¨"ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ"

"Ελεύθεροι Πολιορκημένοι"
Β΄ Σχεδίασμα
[Αποσπάσματα]



Άκρα του τάφου σιωπή

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
"Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω 'γώ στο χέρι;
Οπού συ μου 'γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει".





"Άκρα του τάφου σιωπή"
Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]



Πειρασμός

Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει,
αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία
να πάρουν την χαριτωμένη γη,
και εις τους πολιορκημένους
τον πόνο ότι θα την χάσουν.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται με χίλιες γλώσσες κραίνει:
Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει.


Έστησ' ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κ' η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα
και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.


Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ' αναβρύζει κ' η ζωή σ' ΄γη, σ' ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητο 'ναι κι άσπρο,
ακίνητ' όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ' ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα,
πούχ' ευωδίσει τς' ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες.

Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π'ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.



"Πειρασμός"
Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης - Ειρήνη Παππά
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]



"Βαρώντας γύρου ολόγυρα"
[Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα]

Ένας των Ελλήνων πολεμαρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιον, και η σβησμένη κλαγγή, όπου βγαίνει μέσ' από το αδυνατισμένο στήθος του φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Αράπη να κάμει ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

"Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με τη βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία."

Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται
κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται
και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
τ' αράθυμο, το δυνατό κι όλο ψυχές γιομάτο,
βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα.
Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο,
τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.



"Βαρώντας γύρου ολόγυρα"
Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης - Ειρήνη Παππά
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]



"Η θέλησή μου βράχος"

Πάλι μου ξίπασε τ' αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας.
Κι έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ' ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.

Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
η Ανατολή τ' αρχίναγε κι ετέλειωνέ το η Δύση.

Έστρωσ', εδέχθ' η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.



"Η θέλησή μου βράχος"
Γιάννης Μαρκόπουλος - Λάκης Χαλκιάς
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]



Μητέρα μεγαλόψυχη

"Ορκίζω σε στη στάχτη αυτή!"

"ΛΟΓΟ, ΕΡΓΟ, ΝΟΗΜΑ!"

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρη έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα να σε ιδούν μες το πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια.
Κοίτα, με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα των Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πώχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη 'ναι κρυμμένα.
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου
κι ευθύς εγώ του Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

Μητέρα μεγαλόψυχη
Γιάννης Μαρκόπουλος - Νίκος Ξυλούρης - Ειρήνη Παππά
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]



Έξοδος - Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π' άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν
μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ.
Και 'γγίζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα στάχτη να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.





Θ. Βρυζάκης,
"Η Έξοδος του
Μεσολογγίου"
(1855)



"Δεν είδα τόπον
ενδοξότερον,
από τούτο το αλωνάκι."
[Ελεύθεροι
Πολιορκημένοι]



Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν.



Έξοδος - Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά
Γιάννης Μαρκόπουλος - Λάκης Χαλκιάς
[Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, 1977]


----------------------------------------------------------

ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ

Η εκπομπή αυτή είναι αφιερωμένη στον ποιητή Διονύσιο Σολωμό μέσα από τη δραματοποιημένη παρουσίαση της ζωής του, των σπουδών και των ανθρώπων που συνέβαλαν στη μόρφωση και συγκρότηση της προσωπικότητάς του, έτσι ώστε να γνωρίσουμε τόσο την ανθρώπινη όσο και την ευαίσθητη ποιητική πλευρά του.
Ο φακός περιηγείται στα μέρη όπου έζησε ο Σολωμός, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία.

ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
"ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ: Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ"
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΚΚΑΣ

Έρευνα-Σενάριο: Φώντας Λαδης
Μουσική: Δημήτρης Λάγιος
Στον ρόλο του Σολωμού ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΣΤΑΝΑΣ


----------------------------------------------------------

Το Ντοκιμαντέρ που ακολουθεί είναι ένα αφιέρωμα στον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό και στους τόπους όπου έζησε και έδρασε στη διάρκεια της ζωής του, με πλάνα από το σπίτι του στην Κέρκυρα, από προτομές του ιδίου αλλά και του Λ. Μαβίλη, από πίνακες του Ντελακρουά και πολλών εθνικών συμβόλων.
Αναδεινύεται η υψηλής αισθητικής ποίησή του, η ευρωπαϊκότητα των ιδεών του και οι έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις του.

ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
"Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ" (1998)


----------------------------------------------------------

Η Εκπομπή που ακολουθεί αποτελεί αφιέρωμα στον εθνικό μας ποιητή Δινύσιο Σολωμό και στον συνθέτη που μελοποίησε τον «Ύμνο εις την ελευθερία», Νικόλαο Χαλικιόπουλο Μάντζαρο. Παρακολουθούμε δραματοποιημένα στιγμιότυπα της ζωής του ποιητή μέσα από τα οποία γίνεται φανερή η ευαισθησία του, η επίδραση που ασκούσε σε αυτόν η Ελληνική Επανάσταση και η αυτοθυσία των επαναστατημένων Ελλήνων. Σημαντικό μέρος της δραματοποίησης καλύπτει η γνωριμία και φιλία του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη που τον βοήθησε να μάθει, αλλά και να εκφράζεται μέσα από την ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα τη σύνθεση του «Ύμνου εις την ελευθερία».

ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
"ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ:
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ & Ν. ΜΑΝΤΖΑΡΟΣ" (1990)
ΣΕΝΑΡΙΟ-ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΤΩΝΗΣ ΛΥΚΟΥΡΕΣΗΣ

Ηθοποιοί: Στάθης Κακκαβάς, Γιώργος Κώνστας, Τατιάνα Παπαμόσχου
Φιλική Συμμετοχή: Severine Bujard


----------------------------------------------------------

Η εκπομπή "Η δε πόλις ελάλησεν" σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή 'περιηγείται' το νησί της Ζακύνθου, αναδεικνύοντας το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού. Διαβάζονται αποσπάσματα από τα ποιήματα του Ζακυνθινού ποιητή Ανδρέα Κάλβου ("Φιλόπατρις", "Εις θάνατον", κλπ) και του επίσης Ζακυνθινού ποιητή Διονυσιου Σολωμού ("Η σκιά του Ομήρου", "Ο Κρητικός", κλπ).

ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΕ ΕΡΤ
"Η ΔΕ ΠΟΛΙΣ ΕΛΑΛΗΣΕΝ: ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΚΑΛΒΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ" (1992)
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΑΡΑΓΔΗΣ

Απαγγελία: Βασίλης Παπαβασιλείου, Δημήτρης Λιγνάδης, Βασίλης Διαμαντόπουλος


----------------------------------------------------------

Ακολουθεί ντοκυμαντέρ αφιερωμένο στον Διονύσιο Σολωμό από τη σειρά επιμορφωτικών εκπομπών της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης της ΕΡΤ.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
"ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ (1898-1957)"


----------------------------------------------------------

Επιμέλεια ιστοσελίδας: Φιλοθέη Κολίτση

ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΝΣΤΙΝΛΗΣ, "ΘΟΥΡΙΟΣ" / RIGAS VELESTINLIS, "THOURIOS"




Website counter



ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ
"ΘΟΥΡΙΟΣ"


ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΝΣΤΙΝΛΗΣ (1757 - 1798)


Ο Ρήγας Βελεστινλής (ψευδώνυμο του Αντωνίου Κυριαζή) γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας το 1757, γιος του εύπορου εμπόρου Κυριαζή και της συζύγου του Μαρίας. Τα μαθητικά του χρόνια πέρασε στη γενέτειρά του (όπου μαθήτευσε πλάι στον ιερέα του χωριού), στη Ζαγορά και στα Αμπελάκια. Σε ηλικία 20 ετών διορίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα ως δάσκαλος στην κοινότητα Κισσού του Πηλίου αλλά υπαίτιος φόνου τούρκου στρατιώτη, κατέφυγε σε ομάδα αρματολών στον Όλυμπο. Από εκεί έφυγε για τη μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον καλόγερο Κοσμά.
Ακολούθησε ταξίδι του στην Πόλη. Εκεί ο Φεραίος (ο όρος δημιούργημα των μεταγενέστερων μελετητών του) έμαθε γαλλικά και γερμανικά και εισχώρησε στο φαναριώτικο περιβάλλον και στην Αυλή του πρίγκηπα Αλέξανδρου Υψηλάντη, τον οποίο ακολούθησε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, όταν ο τελευταίος έγινε ηγεμόνας της Μολδαβίας. Εργάστηκε επίσης στην Αυλή του ηγεμόνα της Βλαχίας Μαυρογένη, όπου απέκτησε διοικητικά αξιώματα και, εμπνευσμένος από τη Γαλλική Επανάσταση και τα ιδανικά του Διαφωτισμού, συνέλαβε το σχέδιό του για την απελευθέρωση του υπόδουλου ελληνισμού.

"Ο Ρήγας και ο Κοραής σώζουν την Ελλάδα"
Μετά τον αποκεφαλισμό του Μαυρογένη από τους τούρκους ο Ρήγας έφυγε για τη Βιέννη (1797), όπου εντάχτηκε στην εκεί ελληνική παροικία, και σε συνεργασία με γαλλικούς επαναστατικούς κύκλους και πράκτορές του συνέχισε την επαναστατική του δράση. Ήδη το 1790 είχε εκδώσει τα έργα του Σχολείον των ντελικάτων εραστών και Φυσικής απάνθισμα, κατά τη διάρκεια μιας πρώτης, σύντομης παραμονής του στη Βιέννη. Στη Βιέννη τοποθετείται και η δεύτερη, από το 1797, περίοδος της γραπτής του δημιουργίας με έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Έτσι στα δύο πρώτα έργα του κυριαρχούν οι ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας, της ανάγκης για παιδεία και της ηθικής, παράλληλα με μια τάση μελαγχολίας (με αφορμή τα παραπάνω ο Δημαράς κατατάσσει τον Ρήγα στο κίνημα του προρομαντισμού), ενώ στα έργα του της περιόδου 1796-1797 (Ηθικός Τρίπους 1797, Νέος Ανάχαρσις 1797, και κυρίως Το Επαναστατικό Μανιφέστο και Η Χάρτα της Ελλάδος), ο πολιτικός προβληματισμός και η αγωνία για την ελευθερία του Γένους συμπορεύονται με πνεύμα ιστορισμού και αρχαϊσμού.

"Η Χάρτα του Ρήγα"
Το Σύνταγμα (που εμπεριέχεται στο Μανιφέστο) και η Χάρτα του Ρήγα αποκαλύπτουν τον πρωτοπόρο πολιτικό στοχασμό του, ενώ ο Θούριος τον επαναστατικό λυρισμό του, και τον τοποθετούν στους πρωτεργάτες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Το Δεκέμβρη του 1797 ο Ρήγας καταδόθηκε για τη δράση του στην αυστριακή αστυνομία και τον συνέλαβαν στην Τεργέστη στο δρόμο του για τα νησιά του Ιονίου. Οι Αυστρία τον παρέδωσε στο φρούριο των τούρκων στο Βελιγράδι, όπου στραγγαλίστηκε το 1798, σε ηλικία σαράντα ετών.

"Ο Ρήγας σπέρνει τον σπόρο της λευτεριάς"

"Θούριος"

Ως πότε παλικάρια, να ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λεοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;
Σπηλιαίς να κατοικούμε, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιώναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι, σκλαβιά και φυλακή.
Τι σ' ωφελεί αν ζήσεις, και είσαι στη σκλαβιά;
στοχάσου πως σε ψαίνουν, καθ' ώραν στην φωτιά.
Βεζύρης, δραγουμάνος, αφέντης κι αν σταθής
ο τύραννος αδίκως σε κάμνει να χαθής.
Δουλεύεις όλ' ημέρα, σε ό,τι κι αν σε πη,
κι' αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.
Ο Σούτζος, κι' ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκας και Μαυρογένης, καθρέπτης, ειν' να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν κι' αγάδες, με άδικον σπαθί.
Κι' αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον σταυρόν.
Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν
να βάλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.
Οι νόμοι ναν' ο πρώτος, και μόνος οδηγός,
και της πατρίδος ένας, να γένη αρχηγός.
Γιατί κ' η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,
να ζούμε σαν θηρία, είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον ουρανόν
ας πούμ' απ' την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.



"Θούριος" (1976)
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης



--------------------------------------------------------------------------

Στο video μπορείτε να δείτε ένα επιμορφωτικό ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή και το έργο του Ρήγα Φεραίου.

ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
"ΡΗΓΑΣ ΒΕΛΕΣΤΙΝΛΗΣ" (1999)
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ


--------------------------------------------------------------------------

Επιμέλεια ιστοσελίδας: Φιλοθέη Κολίτση

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ / DIDO SOTIRIOU (A TRIBUTE)


Website counter


ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
(Αϊδίνι, 1909 - Αθήνα, 2004




ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
για τα 100 χρόνια από τη γέννησή της
που διοργανώθηκε από τη
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(30/11/2010)


  • ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ

    --------------------------------------------------------------------------

    ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ
    100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ
    30 Νοεμβρίου 2009
    ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


    1. ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΩΝ
    με το συγγραφικό έργο της Διδώς Σωτηρίου


    2. ΟΜΙΛΙΑ Ι: ΑΛΚΗ ΖΕΗ:
    "Η Διδώ στη ζωή μου"

    3. ΒΙΝΤΕΟ (I): ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ "ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ" (1959) ΚΑΙ ΣΧΌΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

    Πρόκειται για ένα απόσπασμα από την εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1984)από το Οπτικουακουστικό αρχείο της ΕΡΤ, που ξεκινά με την ανάγνωση της αρχής του εν πολλοίς αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος της Διδώς Σωτηρίου, "Οι νεκροί περιμένουν" σε απαγγελία Λυδίας Φωτοπούλου. Στη συνέχεια η συγγραφέας μιλά για τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, τις σχέσεις των Ελλήνων Μικρασιατών με τους συν-τοπίτες τους Τούρκους και την μετατροπή της "καυτής" αυτής εμπειρίας σε μυθιστόρημα.


    4. ΟΜΙΛΙΑ ΙΙ: ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ:
    "Η Διδώ, η Ανατολή και ο καημός της προσφυγιάς"


    5. ΒΙΝΤΕΟ (ΙΙ): ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ "ΕΝΤΟΛΗ" (1976) ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

    Πρόκειται και πάλι για ένα απόσπασμα από την εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1984), όπου η Διδώ σχολιάζει τα δύσκολα χρόνια του μετεμφυλιακού κλίματος στην Ελλάδα, τη "Δίκη Μπελογιάννη" και τη συγγραφή του μυθιστορήματος-ντοκουμέντου "Εντολή". Ακολουθεί ανάγνωση αποσπάσματος του μυθιστορήματος σε απαγγελία Λυδίας Φωτοπούλου.


    6. ΟΜΙΛΙΑ ΙΙΙ: ΦΙΛΟΘΕΗ ΚΟΛΙΤΣΗ:
    "Ποικίλες πτυχές του λογοτεχνικού έργου της Διδώς Σωτηρίου"


    7. ΒΙΝΤΕΟ (ΙΙΙ): ΣΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΓΙΑ ΤΑ ΗΡΩΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ
    Ένα ακόμη απόσπασμα από την εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ (1984), όπου η Διδώ μιλά με ενθουσιασμό και νοσταλγία για τα ηρωικά χρόνια της Αντίστασης.


    8. ΟΜΙΛΙΑ ΙV: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΛΑΜΜΑ:
    "Το κοινωνικό και πολιτικό πρόσωπο της Διδώς Σωτηρίου"

    9. ΒΙΝΤΕΟ (ΙV): ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΩΝ
    με φωτογραφικό υλικό από το Αρχείο της Διδώς Σωτηρίου στο Ε.Λ.Ι.Α.

    10. ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ:

    ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ: Από το μυθιστόρημα "Ματωμένα Χώματα" (1962)

    ΕΦΗ ΒΑΦΕΙΑΔΗ: Από τον Θεατρικό Μονόλογο
    "Πολιτεία Κωφαλάλων" (1968)


    --------------------------------------------------------------------------

    Η εκδήλωση παρουσιάστηκε επίσης:

    - στις 26 Μαρτίου 2010
    στο ΖΩΓΡΑΦΕΙΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΑΙ ΛΥΚΕΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

    - στις 4 Μαΐου 2010
    στο ΚΕΝΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΒΟΛΟΥ

    --------------------------------------------------------------------------

    ΕΡΓΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΔΩΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

    Η Διδώ Σωτηρίου γεννήθηκε το 1909 στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας και πέθανε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου του 2004. Το 1919 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη Σμύρνη και μετά την Καταστροφή του 1922 ήρθαν πρόσφυγες στον Πειραιά. Στην Αθήνα ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές της και στη συνέχεια φοίτησε στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Το 1933 παντρεύτηκε τον καθηγητή Μαθηματικών Πλάτωνα Σωτηρίου. Το 1937 για λίγους μήνες παρακολούθησε μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας στη Σορβόννη.

    Από το 1933 συνεργάστηκε στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι, ενώ από το 1936 άσκησε επαγγελματικά τη δημοσιογραφία, ως συντάκτρια στην εφημερίδα Νέος Κόσμος και ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Γυναίκα. Παράλληλα δούλεψε στον παράνομο τύπο και προς το τέλος της Κατοχής έγινε αρχισυντάκτρια του Ριζοσπάστη (1946-1947). Αγωνίστηκε εναντίον του φασισμού στο πλευρό της Ηλέκτρας Αποστόλου και για την κοινωνική απελευθέρωση της γυναίκας στο πλευρό της Χρύσας Χατζηβασιλείου. Το 1935 συμμετείχε μαζί με την Ηλέκτρα Αποστόλου στο Πρώτο Παγκόσμιο Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι και την ίδια χρονιά μίλησε στη Γενεύη, στην Κοινωνία των Εθνών, για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Μετά τη διαγραφή της από το ΚΚΕ δημοσίευσε πολλές ανταποκρίσεις, άρθρα και χρονογραφήματα στην εφημερίδα Η Αυγή, ενώ άρχισε να συνεργάζεται και με άλλα έντυπα, όπως με το Επιθεώρηση Τέχνης. Αδερφή της Έλλης Παππά φρόντισε την ανατροφή του ανιψιού της Νίκου Μπελογιάννη κατά τη μακροχρόνια φυλάκιση της μητέρας του.

    Το 1959 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα Οι νεκροί περιμένουν, όπου περιγράφονται οι περιπέτειες μιας οικογένειας Ελλήνων Μικρασιατών από το 1918 μέχρι τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αρχικά στο Αϊδίνι και στη Σμύρνη και στη συνέχεια ως πρόσφυγες στον Πειραιά. Το 1961 γράφει την Ηλέκτρα, μια μυθιστορηματική βιογραφία της Ηλέκτρας Αποστόλου (1912-1944). Το 1962 δημοσιεύει το μυθιστόρημα Ματωμένα Χώματα, που βασισμένο στη μαρτυρία του Μανώλη Αξιώτη, αγρότη από τον Κιρκιτζέ, καταγράφει τα γεγονότα που οδήγησαν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1975 δημοσιεύει το δοκίμιο Η Μικρασιάτικη Καταστροφή και η στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, όπουδιερευνά τα αίτια τη Μικρασιατικής Καταστροφής. Στο πολιτικό μυθιστόρημα Εντολή (1976) επιχειρεί μια μυθιστορηματική απόδοση της υπόθεσης και της δίκης του Μπελογιάννη, συντρόφου της αδερφής της Έλλης Παππά. Στο Κατεδαφιζόμεθα (1982) απεικονίζει το ψυχροπολεμικό κλίμα της μετεμφυλιακής εποχής στην Ελλάδα και τα πολλαπλά προβλήματα των νέων. Το Μέσα στις φλόγες (1978) αποτελεί μια διασκευή του Οι νεκροί περιμένουν για παιδιά, ενώ το Επισκέπτες (1979) είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα που καταγράφει το χάσμα των γενεών, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει την τραγική ζωή της Ελισάβετ Μαρτινέγκο (1801-1832). Το 1995, με τον τίτλο Θέατρο και με επιμέλεια της Έλλης Παππά, έρχεται στο φως μια άγνωστη πτυχή της Δ.Σ., δύο θεατρικά έργα και ένας μονόλογος που γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Το 2004 στο τόμο Τυχαίο συναπάντημα και άλλες ιστορίες συγκεντρώνονται διηγήματα που είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα σε εφημερίδες και περιοδικά. Το 2009 βλέπει το φως της δημοσιότητας ένα ανέκδοτο χειρόγραφο της Διδώς Σωτηρίου για τη διεθνή πολιτική, με τον τίτλο Τα πρώτα βήματα του ψυχρού πολέμου (1945-1947). Αυτή τη στιγμή είναι υπό έκδοση ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημά της με τον τίτλο Τα παιδιά του Σπάρτακου.

    Τα έργα της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και γνώρισαν αλλεπάλληλες επανεκδόσεις. Το 1983 της απονεμήθηκε το Βραβείο Ιπεκτσί. Το 1989 έλαβε το Α΄ Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του λογοτεχνικού έργου της και το 1990 το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2001 η Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων, της οποίας η Δ.Σ. υπήρξε ιδρυτικό μέλος, τιμώντας τη συγγραφέα, όρισε το Βραβείο Πολιτισμού «Διδώ Σωτηρίου», που απονέμεται σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με το έργο του προάγει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών.

    --------------------------------------------------------------------------

    ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

    Για να δείτε ολόκληρη την εκπομπή ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ, που αναφέρεται στη ζωή και στο συγγραφικό έργο της Διδώς Σωτηρίου, με ανάγνωση αποσπασμάτων από τα έργα της: "Οι νεκροί περιμένουν", "Εντολή", "Κατεδαφιζόμεθα", πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο.

    ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
    "ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ: ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ" (1984)



    Για να δείτε μία μεταγενέστερη συνέντευξη της Διδώς Σωτηρίου στον δημοσιογράφο Άρη Σκιαδόπουλο στην εκπομπή "Νυχτερινός επισκέπτης", πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο.

    ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΕΡΤ
    "ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ: ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ" (1995)



    --------------------------------------------------------------------------


    Επιμέλεια ιστοσελίδας: Φιλοθέη Κολίτση

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ/ NIKOS KAVADIAS




Website counter










Νίκος Καββαδίας
(1910-1975)










Βιογραφία

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή Ρωσική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.
Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.
Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως "ναυτόπαις" και μπαρκάρει τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".
Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.
Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι αφού έχει εξασφαλίσει την άδεια της ασφάλειας, που τον θεωρεί "κομμουνιστή άνευ δράσεως" και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έπειτα, από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.


ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ
ΕΚΠΟΜΠΗ ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
"ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ" (2001)



ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ
ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ
"Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ" (2002)



Εργογραφία

Ποίηση

Μαραμπού (1933)
Πούσι (1947)
Τραβέρσο (1975)

Πεζογραφία

Βάρδια (1954)
Λι (1987)
Του πολέμου/Στ' άλογό μου (1987)


Μελοποιημένα ποιήματα


"Fata Morgana"

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.







"Fata Morgana"
Μαρίζα Κωχ (1978)
Χρησιμοποιήθηκε από τον Ιταλό σκηνοθέτη Μάρκο Φερρέρι ως soundtrack στην βραβευμένη ταινία του «Η ιστορία της Πιέρρα» (Α΄ Βραβείο στο Φεστιβάλ των Κανών το 1983)





Νίκος Καββαδίας, "Fata Morgana"
Mουσική & Ερμηνεία: Μαρίζα Κωχ



"Θεσσαλονίκη"

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ' έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ' αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ' αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό







"Θεσσαλονίκη"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας
[Σταυρός του Νότου, 1979]








"Θεσσαλονίκη"
Θάνος Μικρούτσικος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου








"Θεσσαλονίκη"
Θάνος Μικρούτσικος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Γιώργος Νταλάρας








"Θεσσαλονίκη"
Θάνος Μικρούτσικος - Χ. & Π. Κατσιμίχας



Ένα μαχαίρι

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ' Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να 'τανε, το γέρο παλαιοπώλη,
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν' αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το 'χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το 'χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ' αυτό τη Δόνα Τζούλια,
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν' αγοράσεις.»
-Πόσο έχει; - Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ΄το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που η ιδιοτροπία μ' έκαμε και το 'καμα δικό μου,
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω,
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...







"Ένα μαχαίρι"
Θάνος Μικρούτσικος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου
[Σταυρός του Νότου, 1979]



"Kuro Siwo"

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.







"Kuro Siwo"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας
[Σταυρός του Νότου, 1979]



"Καραντί"

Μπάσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα
γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα
που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίσει τροπικές

Παντιέρα κίτρινη σινιάλο του νερού
φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο
τα δυο φανάρια της νυκτός κι ο Πιζανέλο
ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού

Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
όπως και τότε απ' του Κολόμπου την κουκέτα
χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα
χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους
της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά στο στόμα φύκια
έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη πελεκημένη απο σπαθιά
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια

Το καραντί το καραντί θα μας μπατάρει
σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει







"Το Καραντί"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιώργος Νταλάρας
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]








"Το Καραντί"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιώργος Νταλάρας - Milva
(Επίδαυρος, live)



"Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia"

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ' ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ' ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ' το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ' ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια,
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ΄έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
- Μ' ένα ξυστρι καθάρισέ με απ' τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
- Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.







"Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia"
Θάνος Μικρούτσικος (live)
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]








"Οι 7 νάνοι στο s/s Cyrenia"
Θάνος Μικρούτσικος - Χαρούλα Αλεξίου
[Η αγάπη είναι ζάλη, 1986]



"Σταυρός του Νότου"

Έβραζε το κύμα του γαρμπή
είμαστε σκυφτοί κι οι δυο στο χάρτη
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει

Κούλικο στο στήθος σου τατού
που όσο κι αν το καις δε λέει να σβήσει
είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου
μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου
να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά

Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα
με του καπετάνιου τη μιγάδα
μάθημα πορείας νυχτερινό

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι δυο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψες σαν φάρου αναλαμπή

Κάτω στις ακτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι
τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και το ωραίο γλυκό της Κυριακής







"Σταυρός του Νότου"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιώργος Νταλάρας
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]



"Λύχνος του Αλλαδίνου"


Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω απ'το λαιμό
μας σπρώχναν προς την θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε την "φιγούρα" μας στον πειρατή ρεγάλο
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ'ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δεν σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δώσ' του στην στεριά κρεβάτι και να πιει.
-όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες....-
Μες το μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κι έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-στην αγορά του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω-
Και πήδηξ' ο μικρός θεός μια νύχτα, των Ινκάς,
στου Αιγαίου τα γαλανά νερά, δυο μίλια όξω απ' την Σκύρο

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνη εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου τον λύχνο του Αλαδίνου







"Ο λύχνος του Αλλαδίνου"
Θάνος Μικρούτσικος - Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]



"Frederico Garcia Lorca"

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ'αχαμνά του

Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει

Κάτω απ' τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ' έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ' το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ' τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην ερήμην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.







"Frederico Garcia Lorca"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας
[Σταυρός του Νότου, 1979]







"Frederico Garcia Lorca"
Θάνος Μικρούτσικος - Βασίλης Παπακωνσταντίνου
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]


"Γυναίκα"

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες;
Στην άμμο πάνω σ' είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ' την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα







"Γυναίκα"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιάννης Κούτρας
[Σταυρός του Νότου, 1979]








"Γυναίκα"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιώργος Νταλάρας
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]



"Θεσσαλονίκη ΙΙ"

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου 'γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που 'φερνα μου το 'κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να 'ρθω απ' τα πέλαγα με τη φυρονεριά.







"Θεσσαλονίκη ΙΙ"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]



"Οι προσευχές των ναυτικών"

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί Κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με την βαριά βλακώδη τους μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γιομάτοι από ικεσία
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή « Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.







"Οι προσευχές των ναυτικών"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]



"Οι γάτες των φορτηγών"

Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναικεία συντροφιά.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,
για του σιδέρου την κακή αρρώστια φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια τα μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σε ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν από το θάνατον από τους ναύτες ένας,
- αυτός όπου ‘δε πράματα στη ζήση του φριχτά -
χαϊδεύοντας την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λύγα η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή.







"Οι γάτες των φορτηγών"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]



"Το πούσι"

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
το καραβοφάναρο χαμένο
κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δεις

Κάτασπρα φοράς κι έχεις βραχεί
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία, θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
είν' αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη
Ήρθες να με δεις κι όμως δε μ' είδες
έχω απ' τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια πέρ' απ' τις Εβρίδες







"Το πούσι"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]


"Yara Yara"

Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυτό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει - μην το πεις αλλού - σα γάτα η λαμαρίνα
Και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το ντύμα πάρε του φιδιού και δος μου ένα μαντίλι.
Εγώ, - και σ' έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρα από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ' το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
Έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει δυάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.







"Yara Yara"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]



"A bord de l' aspasia"

Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία
πάντα στο ντεκ σε μια σεζ-λονγκ πεσμένη κάτωχρη
απ' τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία

Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες
σ' ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες

Κάποια βραδιά που από το Στρόμπολι περνούσαμε
είπες σε κάποιο γελαστή σε τόνο αστείου:
"Πώς μοιάζει τ' άρρωστο κορμί μου καθώς καίγεται,
με την κορφή τη φλεγομένη του ηφαιστείου!"

Ύστερα σ' είδα στη Μαρσίλια σαν εχάθηκες
μέσα στο θόρυβο χωρίς να στρέψεις πίσω
Κι εγώ που μόνο την υγρήν έκταση αγάπησα,
λέω πως εσένα θα μπορούσα ν' αγαπήσω







"A bord de l' aspasia"
Ξέμπαρκοι
[S/S IONIAN 1934, 1986]








"A bord de l' aspasia"
Θάνος Μικρούτσικος - Γιώργος Νταλάρας
[Γραμμές των Οριζόντων, 1991]



Γράμμα ενός αρρώστου

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε
και τ' άκουσα, στην κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος
μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει

Να πεις σ' όλους τους φίλους χαιρετίσματα
κι αν τύχει ν' απαντήσεις την Ελένη
πως μ' ένα φορτηγό πες της μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει

Αλήθεια, ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα
μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις
δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μια απάντηση
μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...

Φίλε μου Αλέξη, το 'λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε
και τ' άκουσα, στην κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ' την κουβέρτα μου
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος
μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου 'λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει

Να πεις σ' όλους τους φίλους χαιρετίσματα
κι αν τύχει ν' απαντήσεις την Ελένη
πως μ' ένα φορτηγό πες της μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει

Αλήθεια, ο Χάρος ήθελα να 'ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα
μπορεί κιόλας να σ' έκαμα να κλάψεις
δε θα 'βρεις, βέβαια, λόγια για μια απάντηση
μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...







"Γράμμα ενός αρρώστου"
Ξέμπαρκοι - Δήμητρα Γαλάνη
[S/S IONIAN 1934, 1986]



"Γράμμα σ' έναν ποιητή"

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε Καίσαρ να σε σώσει
Κάτι που πάντα βρίσκεται σε αιώνια εναλλαγή
Κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων
Και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατελείωτη γη

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι
Που του γραφείου σου πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά
Να φύγει κράζοντας βραχνά χτυπώντας τα φτερά του
Προς κάποια ακατοίκητη κοιλάδα του νοτιά

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey
Οι πολιτείες ξένες να μας δέχονταν
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
Κι εγώ σ΄ αυτές απλά να σε σύσταινα
σαν σε παλιές γλυκές μου αγαπημένες

Κάτι που θα ΄κανε τα υγρά παράδοξα σου μάτια
Που αβρές μαθητριούλες τ ΄αγαπούν και σιωπηροί ποιητές
Χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουνε
Με κάποιο τρόπο που όπως λεν δεν γέλασαν ποτέ

Γνωρίζω κάτι που μπορούσε βέβαια να σε σώσει
Εγώ που δεν σε γνώρισα ποτέ για σκέψου εγώ
Ένα καράβι να σε πάρει Καίσαρ να μας πάρει
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ οδηγώ

Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε
κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει
Εσύ τσιγάρο CAMEL να καπνίζεις ναι
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω Whiskey
Και μια βραδιά στην Μπούρμα ή στην Μπατάβια
Στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
Γυμνή στα 17 στιλέτα ανάμεσα
θα δείτε την Γκρέτα να επιστρέψει







"Γράμμα σ' έναν ποιητή"
Δημήτρης Ζερβουδάκης
[Ακροβάτης, 1989]



"Ιδανικός κι ανάξιος εραστής"/ "Mal du Départ"

θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πια ξεχάσει,
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
"Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει"

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει κι άφοβα το φταίχτη θα χτυπήσει.

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.







"Ιδανικός κι ανάξιος εραστής"/ "Mal du Départ"
Γιάννης Σπανός - Κώστας Καράλης
[Τρίτη Ανθολογία, 1975]